Πρόλογος
από τον καθηγητή κ. Μ.Γ. Μερακλή
Δύο σημεία με σταμάτησαν καθώς διάβαζα την (πρώτη) εκδιδομένη ήδη ποιητική συλλογή του κ. Παναγιώτη Καρακούλη, Έλενα και κάποιες σκέψεις, και την παρούσα.
Το πρώτο αφορά την καθαρτική δύναμη και λειτουργία της ενασχόλησης με τη γλώσσα. Το taedium vitae καθαιρείται σε σημαντικό βαθμό, καθώς ο ποιητής αγωνίζεται με τις λέξεις, αγωνιά να εκφράσει αυτά τα πολλές φορές θολά και δυσδιάλυτα, αλλά γι’ αυτόν καίρια, που έχει μέσα του και τον κατέχουν. Πρέπει να διευκρινίσω ότι εννοώ μια διαδικασία που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθορμητισμό της σουρεαλιστικής γραφής . ενδέχεται και αυτή να επιτελεί μια ανάλογη λειτουργία, πάντως εγώ δεν εννοώ αυτήν, εννοώ τη διαμετρικά αντίθετή της. Εννοώ, για να γίνω πιο συγκεκριμένος και με ένα παράδειγμα, ότι εννοούσε π.χ. ο Σεφέρης, που σηκώθηκε μια φορά, μέσα στη νύχτα, και σημείωσε τη φράση: «Πιο δύσκολο να συμπληρώσεις ένα στίχο παρά να σηκώσεις ένα βράχο».
Αυτός όμως ο αγώνας έχει ήδη επιτελέσει το έργο του: η αγωνία της έκφρασης έχει μεταλλαγεί σε υπαρξιακή λύτρωση. (Οι κλασικοί φιλόλογοι αναγνωρίζουν ότι ο όρος «κάθαρσις» της αριστοτελικής ποιητικής προέρχεται κατευθείαν από τη ιατρική ορολογία . έτσι την εννοώ και εγώ εδώ: με την ποιητική κάθαρση συμφύρονται λυτρωτικά σώμα και ψυχή…) Αυτή τη διαδικασία ακολουθεί ο κ. Καρακούλης, ποιητικά πολύ προτιμότερη από την άλλη (τουλάχιστον κατά τα δικά μου κριτήρια), αφού η ποίηση στη περίπτωση αυτή δεν θέλει να χάσει και τον έλλογο και τον επικοινωνιακό της χαρακτήρα, κρατημένη, θα έλεγα, από μιαν αρχαία, πιο καλά πανάρχαια ελληνική («σφυρίζω σκοπούς ομηρικούς», μας είπε στο πρώτο του βιβλίο) παράδοση «κατορθωμένου λόγου». Μπορεί να νομίζει κάποτε ο ποιητής ότι «κούρασε την ψυχή του» «ψάχνοντας για πολυδύναμες λέξεις» (εγώ επιμένω, η κούραση αυτή είναι λυτρωτική), αλλά απευθυνόμενος εις εαυτόν παραγγέλλει:
Μπορείς, όμως να επιμένεις!
Τουλάχιστον δεν υποτάχθηκες
στις εύκολες αοριστίες.
Και πάνω απ’ όλα, δεν ενέδωσες
στην ελευθεριότητα του λόγου,
που άλλοι εκλαμβάνουν σαν αρετή.
Λίγο αυτό δεν είναι, θα έλεγα μαζί με τον Καβάφη… Το δεύτερο που με σταμάτησε είναι η ιδιάζουσα σχέση της ποίησης με το παρελθόν. Αν όλοι οι άνθρωποι έχουν μνήμη και αναμνήσεις, δεν έχουν όλοι νοσταλγία . αυτή είναι γνώρισμα ποιητικών ανθρώπων. Συλλογίζομαι τι θα μπορούσε να είναι η ποίηση χωρίς τη νοσταλγία, καθώς θα μας έλειπαν ποιήματα όπως αυτό:
Κι ενώ περίμενα να έρθει
η νύχτα χωρίς προοπτικές,
νοστάλγησα απροόπτως
τις χαμένες ώρες της ζωής μου.
Εκείνες τις ώρες που οι άλλοι
Χαρακτήρισαν χαμένες,
οι άλλοι: οι υποτελείς
του ταμιευτηρίου,
του ωραρίου
και του «έτσι είναι η ζωή».
Νοστάλγησα λοιπόν
όσες ώρες ξόδεψα
ικετεύοντας γυναίκες,
ποιητές διαβάζοντας,
ή σε διαδηλώσεις συμμετέχοντας.
Ο ίδιος θα πει κάπου:
Δεν εννοώ τις εύκολες αποδράσεις,
τις νοσταλγικές του παρελθόντος ανακλήσεις,
την ψυχιατρική τής σκέψης.
Ούτε εγώ πάντως εννοώ κάτι τέτοιο, αλλά τη διαλεκτική, τελικά, της νοσταλγίας με την εμβίωση του παρόντος, υπαγορευμένη και από μιαν «υποχρέωση στο μέλλον». Αυτά που μεταφέρει ο ποιητής από το παρελθόν είναι υλικά χρήσιμα όχι μόνο για δική του εγκαρδίωση, αλλά και για την οικοδόμηση του αυριανού κόσμου, την οποία δεν παύει να προσδοκά:
[…]
θα χτίσουμε το νέο σπιτικό
στα μέτρα των ανθρώπων,
ανοιχτό στους καιρούς.
Στη μέση η τράπεζα η άγια
και απάνω της του παρελθόντος τα λάθη.
Γύρω γύρω κλινοστρωμνές.
Θα ανοίξουμε και το συρτάρι
με τις υπόλοιπες μέρες,
χρόνια φυλαγμένες για τους επόμενους.
Εκεί θα ενώσουμε τις αναπνοές
να ζεστάνει ο χώρος.
Εκεί θα διασταυρώσουμε σώματα και ιδέες…
Κάτι καινούργιο θα καρπίσει.
Μ.Γ. ΜΕΡΑΚΛΗΣ
Σελ.16 – Β’
Στη Στέλλα
Ναυαγισμένος παιδιόθεν
στην αναπαιστική μου πολυθρόνα
τα μακρινά δε ζήλεψα ταξίδια.
Δειλούς
απόπλους επιχείρησα
στη θάλασσα των ματιών σου.
Όμως,
καθώς κολυμβητής
αδέξιος και τυχερός
υπήρξα πάντα,
έχω πνιγεί και έχω σωθεί.
Σελ.18 – Απροόπτως οι χαμένες ώρες
Κι ενώ περίμενα να έρθει
η νύχτα χωρίς προοπτικές,
νοστάλγησα απροόπτως
τις χαμένες ώρες της ζωής μου.
Εκείνες τις ώρες που οι άλλοι
χαρακτήρισαν χαμένες,
οι άλλοι: οι υποτελείς
του ταμιευτηρίου,
του ωραρίου
και του «έτσι είναι η ζωή».
Νοστάλγησα λοιπόν
όσες ώρες ξόδεψα
ικετεύοντας γυναίκες,
ποιητές διαβάζοντας,
ή σε διαδηλώσεις συμμετέχοντας.
